melbourne bars
Αναζήτηση
 
 

Αποτελέσματα Αναζήτησης
 


Rechercher Σύνθετη Αναζήτηση

Πρόσφατα Θέματα
» αιματοποδιδες
Σαβ Ιουν 25, 2011 10:09 pm από orestis

» καμποδενδροβατης
Σαβ Ιουν 25, 2011 10:06 pm από orestis

» θαλασσοπριστης
Σαβ Ιουν 25, 2011 10:03 pm από orestis

» νανογλαρονο
Τρι Ιουν 21, 2011 4:40 pm από orestis

» χειμωνογλαρονο
Τρι Ιουν 21, 2011 4:38 pm από orestis

» ποταμογλαρονο
Τρι Ιουν 21, 2011 4:35 pm από orestis

» γλαυκομορφα
Τρι Ιουν 21, 2011 4:33 pm από orestis

» αγιοπουλι πληροφοριες
Τρι Ιουν 21, 2011 4:31 pm από orestis

» αγριοκουρκος
Κυρ Ιουν 19, 2011 9:21 pm από orestis

Κορυφαίοι συγγραφείς
joanna (920)
 
konstantinosballach (802)
 
rania ps (436)
 
Κωστάκης (392)
 
vagos 4ever (286)
 
orestis (223)
 
nickrigoutsos (194)
 
Admin (172)
 
maria (138)
 
ORFEAS (132)
 

 2018
ΚυρΔευΤριΤετΠεμΠαρΣαβ
      1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031     

Ημερολόγιο Ημερολόγιο

ΤΟ ΔΕΛΦΙΝΟΚΟΡΙΤΣΟ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Τρι Ιουν 14, 2011 2:34 am από Admin

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]

Σχόλια: 0

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ

Δευ Φεβ 28, 2011 4:51 am από joanna

Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Ντόρα Γιαννακοπούλου

Άλλες ερμηνείες:
Μαρία Φαραντούρη
Σούλα Μπιρμπίλη


Του μικρού βοριά …

[ Διαβάστε ολόκληρο το θέμα ]

Σχόλια: 6

ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Πεμ Φεβ 03, 2011 4:20 am από Admin

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]
ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ (1972)


1. Αρχή του κόσμου πράσινη

κι αγάπη μου θαλασσινή
Την κλωστή σου λίγο λίγο
τραγουδώ και ξετυλίγω




2. Διαβάζω μέσα …

[ Διαβάστε ολόκληρο το θέμα ]

Σχόλια: 4

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΓΡΑΤΣΟΥΝΙΣΜΕΝΟ ΓΟΝΑΤΟ

Τρι Φεβ 01, 2011 9:55 pm από konstantinosballach


Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη


Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο
κουρεμένο κεφάλι όνειρο ακούρευτο


[ Διαβάστε ολόκληρο το θέμα ]

Σχόλια: 2

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΛΑΣΚΑΡΙΔΗ

Δευ Φεβ 28, 2011 11:56 pm από Admin

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]

Σχόλια: 0

Δημόσια συζήτηση
Affiliates
free forum


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Πήγαινε κάτω

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  konstantinosballach Την / Το Παρ Φεβ 18, 2011 9:54 pm

Άξιον Εστί
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαΜετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Με τον όρο Άξιον Εστί αναφερόμαστε στην εικόνα της Παναγίας, της «εφέστιας προστάτιδας», του Αγίου Όρους. Με το ίδιο όνομα επίσης τιτλοφορήθηκε το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη Άξιον Εστί το 1949, το οποίο αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης στο ορατόριο Άξιον Εστί.

Η εικόνα της Παναγίας, το «Άξιον Εστί», είναι μια από τις περίφημες εικόνες του Αγίου Όρους. Βρίσκεται στο ναό του Πρωτάτου στις Καρυές του Αγίου Όρους, θεωρούμενη ως «κοινή εφέστιος προστάτις» εικόνα όλων των Αγιορείτικων Μονών, φέρουσα στο πλαίσιό της τις σφραγίδες και των 20 Μονών.

Επί της εικόνας αυτής έγιναν κατά καιρούς πλείστα πιστά αντίγραφα ανά ένα εκ των οποίων βρίσκεται σε κάθε Μονή του Άθω. Εορτάζει με μεγάλη θρησκευτική λαμπρότητα τη Δευτέρα του Πάσχα και στις 11 Ιουνίου σε ανάμνηση του κάτωθεν θαύματος, αρχή της φήμης της εικόνας και ως θαυματουργής.

[Επεξεργασία] Παράδοση
Παλιά η εικόνα αυτή βρισκόταν σε ένα παντοκρατορινό κελί στην τοποθεσία τη λεγόμενη «κοιλάδα του Άδειν» κοντά και κάτω από τη σκήτη του Αγίου Ανδρέα. Την 11 Ιουνίου 980 ο γέροντας έλειπε από το κελί, καθώς είχε πάει σε μια αγρυπνία στις Καρυές, αφήνοντας μόνο τον υποτακτικό του. Ο υποτακτικός τη νύχτα έκανε κανονικά τον κανόνα του. Ακούει σε μια στιγμή να του χτυπάνε την πόρτα, ανοίγει και βλέπει έναν περαστικό να του ζητάει να τον φιλοξενήσει, πράγμα που γίνεται. Συνεχίζει ο μοναχός τον κανόνα του μέχρι που φτάνει στην 9η ωδή «Την τιμιωτέρα των Χερουβείμ...». Τότε τον διακόπτει ο φιλοξενούμενος και του λέει: «Όχι, πρώτα θα πεις: Άξιον Εστί ως αληθώς...» ως συμπλήρωμα του υπό του Κοσμά Μαϊουμά Μεγαλυνάριου της Θεοτόκου. Ο μοναχός ενθουσιασμένος ζητάει να του γράψει ο νέος τον ύμνο. Ο νέος, που έγραψε τον ύμνο και εξαφανίστηκε, κατά την παράδοση ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Όταν επέστρεψε ο γέροντας του είπε ο υποτακτικός τα γεγονότα και αφού ενημερώθηκε η Ιερά Κοινότητα μεταφέρθηκε η εικόνα στο Πρωτάτο, όπου και συνεχίζει να θαυματουργεί μέχρι σήμερα, ενώ και το κελί που τιμήθηκε από την Αρχαγγελική επίσκεψη φέρει επίσης το όνομα «Άξιον εστί».

Έτσι, το Μεγαλυνάριο αυτό της Θεοτόκου που συνέθεσε ο Κοσμάς (ο επίσκοπος Μαϊουμά) σήμερα ονομάζεται «Άξιον Εστί», εκ των δύο πρώτων λέξεων του Θεομητορικού αυτού Ύμνου που έχει ως εξής:

Άξιον εστίν ως αληθώς
μακαρίζειν σε την Θεοτόκον,
την αειμακάριστον και παναμώμητον
και μητέρα του Θεού ημών.
Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ
και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ
την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν,
την όντως Θεοτόκον,
Σε μεγαλύνομεν.

avatar
konstantinosballach

Αριθμός μηνυμάτων : 802
Ημερομηνία εγγραφής : 29/10/2010
Τόπος : ΧΟΛΑΡΓΟΣ

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  konstantinosballach Την / Το Παρ Φεβ 18, 2011 9:54 pm

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]
avatar
konstantinosballach

Αριθμός μηνυμάτων : 802
Ημερομηνία εγγραφής : 29/10/2010
Τόπος : ΧΟΛΑΡΓΟΣ

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  konstantinosballach Την / Το Παρ Φεβ 18, 2011 9:55 pm

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]
avatar
konstantinosballach

Αριθμός μηνυμάτων : 802
Ημερομηνία εγγραφής : 29/10/2010
Τόπος : ΧΟΛΑΡΓΟΣ

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  konstantinosballach Την / Το Παρ Φεβ 18, 2011 9:55 pm

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]
avatar
konstantinosballach

Αριθμός μηνυμάτων : 802
Ημερομηνία εγγραφής : 29/10/2010
Τόπος : ΧΟΛΑΡΓΟΣ

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  konstantinosballach Την / Το Παρ Φεβ 18, 2011 9:56 pm

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]
avatar
konstantinosballach

Αριθμός μηνυμάτων : 802
Ημερομηνία εγγραφής : 29/10/2010
Τόπος : ΧΟΛΑΡΓΟΣ

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  konstantinosballach Την / Το Παρ Φεβ 18, 2011 9:57 pm

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]
avatar
konstantinosballach

Αριθμός μηνυμάτων : 802
Ημερομηνία εγγραφής : 29/10/2010
Τόπος : ΧΟΛΑΡΓΟΣ

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  konstantinosballach Την / Το Παρ Φεβ 18, 2011 9:57 pm

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]
avatar
konstantinosballach

Αριθμός μηνυμάτων : 802
Ημερομηνία εγγραφής : 29/10/2010
Τόπος : ΧΟΛΑΡΓΟΣ

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  konstantinosballach Την / Το Παρ Φεβ 18, 2011 9:58 pm

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]
avatar
konstantinosballach

Αριθμός μηνυμάτων : 802
Ημερομηνία εγγραφής : 29/10/2010
Τόπος : ΧΟΛΑΡΓΟΣ

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  konstantinosballach Την / Το Παρ Φεβ 18, 2011 9:58 pm

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]
avatar
konstantinosballach

Αριθμός μηνυμάτων : 802
Ημερομηνία εγγραφής : 29/10/2010
Τόπος : ΧΟΛΑΡΓΟΣ

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  vagos 4ever Την / Το Τετ Φεβ 23, 2011 12:49 am

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]

vagos 4ever

Αριθμός μηνυμάτων : 286
Ημερομηνία εγγραφής : 22/02/2011
Ηλικία : 19
Τόπος : Χολαργος

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  vagos 4ever Την / Το Τετ Φεβ 23, 2011 1:14 am

ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (1959)
Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου

και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι

ΨΑΛΜΟΣ ΡΚΗ'



Η ΓΕΝΕΣΙΣ

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη

που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες

κάτω απ' τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρισα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά

Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
Είδα τότε θυμάμαι
τις τρεις Μαύρες Γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο λίγο σβήνοντας

δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ' το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:

«Εντολή σου» είπε «αυτός ο κόσμος
και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει

νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη

και ψηλά πάνω από τα μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οι Εφτά Μπαλτάδες

καταπώς η Καταιγίδα
στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
απαρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλιννοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου

Τόσο εύλογο το Ακατανόητο

Ύστερα και οι άνεμοι όλοι της φαμίλιας μου έφτασαν
τ' αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες

και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
οστρακόδερμοι γενειοφόροι

Και το νέφος εχώρισαν στα δύο Και αυτό πάλι στα τέσσερα
και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν στο Βορρά
Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη

ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος.

ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο Αχειροποίητος

με το δάχτυλο έσυρε τις μακρινές
γραμμές

ανεβαίνοντας κάποτε ψηλά με οξύτητα
και φορές πιο χαμηλά οι καμπύλες απαλές

μία μέσα στην άλλη
στεριές μεγάλες που ένιωσα
να μυρίζουνε χώμα όπως η νόηση

Τόσο ήταν αλήθεια
που πιστά μ' ακολούθησε το χώμα
έγινε σε μεριές κρυφές πιο κόκκινο
και άλλου με πολλές μικρές πευκοβελόνες
Ύστερα πιο νωχελικά

οι λόφοι οι κατωφέρειες
άλλοτε και το χέρι αργό σε ανάπαυση

τα λαγκάδια οι κάμποι
κι άξαφνα πάλι βράχοι άγριοι και γυμνοί
δυνατές πολύ παρορμήσεις

Μια στιγμή που εστάθηκε να στοχαστεί

κάτι δύσκολο ή κάτι το υψηλό:
ο Όλυμπος, ο Ταΰγετος
«Κάτι που να σου σταθεί βοηθός
και αφού πεθάνεις» είπε
Και στις πέτρες μέσα τράβηξε κλωστές
κι απ' τα σπλάχνα της γης ανέβασε σχιστόλιθο
ένα γύρο σ' όλη την πλαγιά τα πλατιά στερέωσε σκαλοπάτια
Εκεί μόνος απίθωσε

κρήνες λευκές μαρμάρινες
μύλους ανέμων
τρούλους ρόδινους μικρούς
και ψηλούς διάτρητους περιστεριώνες
Αρετή με τις τέσσερις ορθές γωνίες
Κι επειδή συλλογίστηκεν

ωραία που είναι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου
γέμισαν έρωτα οι μεγάλες γούρνες
αγαθά σκύψανε τα ζώα μοσκάρια και αγελάδες
σαν να μην ήτανε στον κόσμο πειρασμός κανένας
και να μην είχαν γίνει ακόμη τα μαχαίρια
«Η ειρήνη θέλει δύναμη να την αντέξεις» είπε

και στροφή γύρω του κάνοντας μ' ανοιχτές παλάμες έσπειρε
φλόμους κρόκους καμπανούλες
όλων των ειδών της γης τ' αστέρια

τρυπημένα στο ένα φύλλο τους για σημείο καταγωγής
και υπεροχή και δύναμη



ΑΥΤΟΣ

ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!







ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ακούσω αγέρα η μουσική
που κινούσα σε ξάγναντο να βγω
(μιαν απέραντη κόκκινη άμμο ανέβαινα
με τη φτέρνα μου σβήνοντας την Ιστορία)

πάλευα τα σεντόνια Ήταν αυτό που γύρευα
και αθώο και ριγηλό σαν αμπελώνας
και βαθύ και αχάραγο σαν η άλλη όψη τ' ουρανού
Κάτι λίγο ψυχής μέσα στην άργιλο

Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα

Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ' εικόνα
και ομοίωσή μου:

Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από 'να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε
«Και πολλά τα λιόδεντρα

που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν' απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια

που να μην τα νιώθεις
όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό

για να το 'χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του

και το δέντρο μονάχο του

χωρίς κοπάδι

για να το κάνεις φίλο σου

και να γνωρίζεις τ' ακριβό του τ' όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα

για να μην έχεις που ν' απλώσεις ρίζα

και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός

για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη»





ΑΥΤΟΣ

ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!







«ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΥΤΟΝ ανάγκη να τον βλέπεις και να τον λαβαίνεις»
είπε: «Κοίταξε!» Και τα μάτια μου έριξαν τη σπορά
γρηγορότερα τρέχοντας κι από βροχή
τα χιλιάδες απάτητα στρέμματα

Σπίθες ρίζα μες στο σκότος πιάνοντας και νερών άξαφνων πίδακες
Η σιγή που εκχέρσωνα για ν' αποθέσω
γόνους φθόγγων και χρησμών φύτρα χρυσά
Το ξινάρι ακόμη μες στα χέρια μου

τα μεγάλα είδα κοντόποδα φυτά, γυρίζοντας το πρόσωπο
άλλα υλακώντας άλλα βγάζοντας τη γλώσσα:

Να το σπαράγγι να ο ριθιός
να το σγουρό περσέμολο
το τζεντζεφύλλι και το πελαργόνι
ο στύφνος και το μάραθο

Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν' αρθρώσω
«Εύγε» μου είπε «και ανάγνωση γνωρίζεις
και πολλά μέλλει να μάθεις

αν το Ασήμαντο εμβαθύνεις

Και μια μέρα θα 'ρθει βοηθούς ν' αποκτήσεις

Θυμήσου:

τον αγχέμαχο Ζέφυρο
το ερεβοκτόνο ρόδι
τα φλεγόμενα ωκύποδα φιλιά»
Και ο λόγος του χάθηκε σαν ευωδιά

Η ώρα εννιά χτύπησε πέρδικα τη βαθιά καρδιά της ευφωνίας
αλληλέγγυα στάθηκαν τα σπίτια
και μικρά και τετράγωνα
με καμάρα λευκή και λουλακί πορτόφυλλο

Κάτω απ' την κληματαριά

ώρες εκεί ρέμβασα

με μικρά μικρά τιτιβίσματα

κοασμούς, τρυσμούς, το μακρινό κουκούρισμα:
Να το πιπίνι να το λελέκι
να το γυφτοπούλι
ο νυχτοπάτης και η νερόκοτα

ήταν και ο μπόμπιρας εκεί

και το αλογάκι που λεν της Παναγίας
Η στεριά με τα σκέλη μου γυμνά στον ήλιο

και πάλι δύο οι θάλασσες

και η τρίτη ανάμεσα -λεμονιές κιτριές μανταρινιές-

και ο άλλος μαΐστρος με τ' απάνω του αψηλό μπογάζι

αλλοιώνοντας τ' οζόνιο τ' ουρανού

Χαμηλά στων φύλλων τον πυθμένα

η τριβίδα η λεία

τ' αυτάκια των ανθών

κι ο θαλλός ο αδημονώντας και είναι





ΑΥΤΟΣ

ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!









ΥΣΤΕΡΑ και τον φλοίσβο ενόησα και τον μακρύ ατελείωτο
ψίθυρο των δέντρων

Είδα πάνω στο μόλο αραδιασμένα τα κόκκινα σταμνιά
και πιο σιμά στο ξύλινο παραθυρόφυλλο
κει που κοιμόμουνα με το 'να πλάι

λάλησε πιο δυνατά ο βοριάς
Και είδα

Κόρες όμορφες και γυμνές και λείες ωσάν το βότσαλο
με το λίγο μαύρο στις κόχες των μηρών
και το πολύ και πλούσιο ανοιχτό στις ωμοπλάτες

να φυσούν όρθιες μέσα στην Κοχύλα
και άλλες γράφοντας με κιμωλία
λόγια παράξενα, αινιγματικά:
ΡΩΕΣ, ΑΛΑΣΘΑΣ, ΑΡΙΜΝΑ
ΟΛΗΙΣ, ΑΪΑΣΑΝΘΑ, ΥΕΛΤΗΣ

μικρές φωνές πουλιών και υακίνθων
ή άλλα λόγια του Ιουλίου
Σημαίνοντας οι έντεκα

πέντε οργιές του βάθους

πέρκες γοβιοί σπάροι

με πελώρια σβάραχνα και κοντές πρυμναίες ουρές

Ανεβαίνοντας έβρισκα σπόγγους
και σταυρούς θαλάσσης
και λιγνές αμίλητες ανεμώνες
και πιο ψηλά στα χείλη του νερού
πεταλίδες τριανταφυλλιές

και μισάνοιχτες πίνες και αρμυρήθρες
«Ακριβά λόγια» μου είπε «όρκοι παλαιοί

που έσωσε ο Καιρός και η σίγουρη ακοή των μακρινών ανέμων»
Και σιμά στο ξύλινο παραθυρόφυλλο
κει που κοιμόμουνα με το 'να πλάι
δυνατά στο στήθος μου έσφιξα το μαξιλάρι
και τα μάτια μου δάκρυα γιομάτα

Ήμουν στον έκτο μήνα των ερώτων
και στα σπλάχνα μου σάλευε σπόρος ακριβός





ΑΥΤΟΣ

ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!







«ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΑ θα δεις την ερημιά και θα της δώσεις
το δικό σου νόημα» είπε

«Πριν από την καρδιά σου θα 'ναι αυτή
και μετά πάλι αυτή θ' ακολουθήσει

Τούτο μόνο να ξέρεις:
Ό,τι σώσεις μες στην αστραπή
καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει»
Και ψηλά πολύ πάνω απ' τα κύματα
έστησε τα χωριά των βράχων

Εκεί σκόνη έφτανε ο αφρός
άπλερη γίδα είδα να γλείφει τις ρωγμές
με το μάτι λοξό και το λίγο κορμί σκληρό σαν χαλαζίας
Έζησα τις ακρίδες και τη δίψα
και τα τραχιά στις αρμοσιές τους δάχτυλα
χρόνους τακτούς όσους η Γνώση ορίζει

Στα χαρτιά σκυφτός και στα βιβλία τ' απύθμενα
με σκοινί λιανό κατεβαίνοντας
νύχτες και νύχτες

το λευκό αναζήτησα ως την ύστατη ένταση
του μαύρου Την ελπίδα ως τα δάκρυα
Τη χαρά ως την άκρα απόγνωση

Να σταλθεί βοήθεια τότε κρίθηκε η στιγμή
και ο κλήρος έπεσε στις βροχές

κελαρύσανε όλη μέρα ρυάκια
έτρεξα σαν τρελός
στις πλαγιές έσχισα σχίνο και πολύ μύρτο μες στη φούχτα μου έδωσα

να δαγκάσουνε οι πνοές

«Η αγνότητα» είπε «είναι αυτή
στις πλαγιές το ίδιο και στα σπλάχνα σου»
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει

γέροντας γνωστικός Θεός για να πλάσει μαζί πηλό και ουρανοσύνη
Λίγο μόλις πυράχτωσε τις κορφές

αλλ' αδάγκωτο πράσινο στις ρεματιές το χόρτο κάρφωσε
μέντα λεβάντα λουίζα
και μικρές πατημασιές αρνιών
ή αλλού πάλι από τα ύψη πέφτοντας

οι ψιλές κλωστές το ασήμι, δροσερά μαλλιά κοπέλας που είδα
και που επόθησα

Υπαρκτή γυναίκα
«Η αγνότητα» είπε «είναι αυτή»
και γεμάτος λαχτάρα χάιδεψα το σώμα
φιλιά δόντια με δόντια· ύστερα ένας μες στον άλλο
Τρικύμισα

όπως κάβος πάτησα βαθιά
που αέρα πήρανε οι σπηλιές
Ηχώ με το λευκό σαντάλι πέρασε μια στιγμή
γοργά κάτω από τα νερά η ζαργάνα

και ψηλά το λόφο έχοντας πόδι Και τον ήλιο κεφάλι κερασφόρο
ν'ανεβαίνει Αβάδιστος είδα Ο Μέγας Κριός
Και αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό

ψιθύρισε όταν ρώτησα:
- Τι το καλό; Τι το κακό;
-Ένα σημείο Ένα σημείο

και σ' αυτό πάνω ισορροπείς και υπάρχεις
κι απ' αυτό πιο πέρα ταραχή και σκότος
κι απ' αυτό πιο πίσω βρυγμός των αγγέλων
-Ένα σημείο Ένα σημείο

και σ' αυτό μπορείς απέραντα να προχωρήσεις
ή αλλιώς τίποτε άλλο δεν υπάρχει πια

Κι ο Ζυγός που, ανοίγοντας τα χέρια μου, έμοιαζε
να ζυγιάζει το φως και το ένστικτο ήτανε





ΑΥΤΟΣ

ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!







ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΙ ΟΙ ΩΡΕΣ γύριζαν όπως οι μέρες

με πλατιά μενεξεδένια φύλλα στο ρολόι του κήπου

Δείχτης ήμουν εγώ
Τρίτη Τετάρτη Πέμπτη
ο Ιούνιος ο Ιούλιος ο Αύγουστος

Έδειχνα την ανάγκη που μου ερχόταν άρμη

καταπρόσωπο Έντομα κοριτσιών

Μακρινές αστεροπές της Ίριδας -

«Όλα τούτα καιρός της αθωότητας
ο καιρός του σκύμνου και του ροδαμού
ο πολύ πριν την Ανάγκη» μου είπε

Και τον κίνδυνο έσπρωξε με το 'να δάχτυλο

Στην κορφή του κάβου φόρεσε μελανό φρύδι

Από μέρος άγνωστο φώσφορο έχυσε

«Για να βλέπεις» είπε «από μέσα
στο κορμί σου
φλέβες κάλιο, μαγγάνιο
και τ' αποτιτανωμένα
παλαιά κατάλοιπα του έρωτα»
Και πολύ τότε σφίχθηκε η καρδιά μου
ήταν το πρώτο τρίξιμο του ξύλου μέσα μου

μιας νυχτός που εσίμωνε ίσως

η φωνή του γκιόνη

κάποιου που είχε σκοτωθεί

το αίμα γυρίζοντας πάνω στον κόσμο

Είδα πέρα, μακριά, στην άκρια της ψυχής μου

μυστικά να διαβαίνουνε

φάροι ψηλοί ξωμάχοι Στους γκρεμούς τραβερσωμένα κάστρα
Τ' άστρο της τραμουντάνας Την αγία Μαρίνα με τα δαιμονικά
Και πολύ πιο βαθιά πίσω απ' τα κύματα
στο Νησί με τους κόλπους των ελαιώνων
Μια στιγμή μου εφάνηκε θωρούσα Εκείνον
που το αίμα του έδωσε να σαρκωθώ
τον τραχύ του Αγίου δρόμο ν' ανεβαίνει
μια φοράν ακόμη
Μια φοράν ακόμη

στα νερά της Γέρας ν' ακουμπά τα δάχτυλα
και τα πέντε ν' ανάβουνε χωριά

ο Παπάδος ο Πλακάδος ο Παλαιόκηπος
ο Σκόπελος και ο Μεσαγρός
εξουσία και κλήρος της γενιάς μου.
«Αλλά τώρα» είπε «η άλλη σου όψη
ανάγκη ν' ανεβεί στο φως»

και πολύ πριν με το νου μου βάλω
ή σημάδι φωτιάς ή σχήμα τάφου

Κατά κει που δεν έσωνε κανείς να δει
με τα χέρια εμπρός του
σκύβοντας

τα μεγάλα ετοίμασε Κενά στη γη
και στο σώμα του ανθρώπου:
το κενό του Θανάτου για το Βρέφος το Ερχόμενο
το κενό του Φονικού για τη Δικαία Κρίση
το κενό της Θυσίας για την Ίση Ανταπόδοση
το κενό της Ψυχής για την Ευθύνη του Άλλου
Και η Νύχτα πανσές
παλιάς

πριονισμένης από νοσταλγία Σελήνης
με του έρημου μύλου τα χαλάσματα και την άκακη ευωδιά τής κόπρου

πήρε μέρος μέσα μου
Διαστάσεις άλλαξε στα πρόσωπα· μοίρασε αλλιώς τα βάρη

Το σκληρό μου σώμα ήταν η άγκυρα κατεβασμένη
μέσα στους ανθρώπους

όπου ήχος άλλος κανείς

μόνο γδούποι γόοι και κοπετοί
και ρωγμές επάνω στην ανάστροφη όψη
Ποιας φυλής ανύπαρχτης ο γόνος να 'μουν
τότε μόνο ενόησα

που η σκέψη του Άλλου
διαγώνια σαν ακμή γυαλιού
και Ορθόν ως πέρα με χάραζε

Είδα μέσα στα σπίτια καθαρά σαν να μην ήταν τοίχοι
με το λύχνο στο χέρι να περνούν γερόντισσες
τα χαράκια στο μέτωπο και στο ταβάνι

και άλλοι νέοι με το μουστάκι που έζωναν άρματα στη μέση τους
αμίλητοι

δύο δάχτυλα πάνω στη λαβή
εδώ κι αιώνες.

«Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα
και δε γίνεται μ' Αυτούς χωρίς, Εσύ
Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι

και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις
η μορφή σου αν θέλεις ανεξάλειπτη να 'ναι

και να μείνει αυτή.

Επειδή πολλοί φορούν το μελανό πουκάμισο
και άλλοι μιλούν τη γλώσσα των χοιρογρυλλίων
και είναι οι Ωμοφάγοι και οι Άξεστοι του Νερού
οι Σιτόφοβοι και οι Πελιδνοί και οι Νεοκόνδορες
ορμαθός και αριθμός των άκρων του σταυρού

της Τετρακτίδος.

Αν αλήθεια κρατήσεις και τους αντικρίσεις» είπε
«η ζωή σου θ' αποκτήσει αιχμή και θα οδηγήσεις» είπε

«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν

Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό
Πέρασε μέσα μου Έγινε
αυτός που είμαι
Η ώρα τρεις της νύχτας

λάλησε μακριά πάνω απ' τα παραπήγματα

ο πρώτος πετεινός
Είδα για μια στιγμή τους Όρθιους Κίονες τη Μετόπη με Ζώα Δυνατά

και Ανθρώπους φέρνοντας Θεογνωσία
Πήρε όψη ο Ήλιος Ο Αρχάγγελος ο αεί δεξιά μου





ΑΥΤΟΣ εγώ λοιπόν

και ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!








ΤΑ ΠΑΘΗ
Α'
Ιδού εγώ λοιπόν
ο πλασμένος για τις μικρές Κόρες και τα νησιά του Αιγαίου·

ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών
και μύστης των φύλλων της ελιάς·

ο ηλιοπότης και ακριδοκτόνος.
Ιδού εγώ καταντικρύ

του μελανού φορέματος των αποφασισμένων
και της άδειας των ετών, που τα τέκνα της άμβλωσε,

γαστέρας το άγγρισμα!
Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.

Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, να σε, στα Στενά!
Στα Στενά τα χέρια μου άνοιξα

Στα Στενά τα χέρια μου άδειασα
κι άλλα πλούτη δεν είδα, κι άλλα πλούτη δεν άκουσα

παρά βρύσες κρύες να τρέχουν
Ρόδια ή Ζέφυρο ή Φιλιά.

Ο καθείς και τα όπλα του, είπα:
Στα Στενά τα ρόδια μου θ' ανοίξω

Στα Στενά φρουρούς τους ζέφυρους θα στήσω
τα φιλιά τα παλιά θ' απολύσω που η λαχτάρα μου άγιασε!

Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου η Μοίρα!



Β'

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική·
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Όμηρου.

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Όμηρου.
Εκεί σπάροι και πέρκες

ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια

όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες

με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια

θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια·

και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο

σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων

ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι!

Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα

τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ' αμπελομάντιλα

κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη

με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!






α'

Στον πηλό το στόμα *

Ρόδινο νεογνό *

Κι από τότε σου πλάθε *

Τη γραμμή των χειλιών *

Την άρθρωση σου 'δινε *

Την αέρινη άσφαλτη *



Κι απ' την ίδια εκείνη *

Άγνωστη φυλακή *

Στον αιθέρα ερίζοντας *

Πως για σένα τα αίματα *

Στους αιώνες το πάλεμα *

Η σαγήνη για σένα και *



Στα πνευστά των δέντρων *

Δόρατα και σπαθιά *

Μυστικά προστάγματα *

Με την έκλαμψη πράσινων *

Και πάνω απ' την άβυσσο *

ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ *
μου ακόμη και σε ονόμαζε

στικτή πρώτη δροσιά

βαθιά στα χαράματα

και τον καπνό της κόμης

και το λάμδα το έψιλον

περπατηξιά



στιγμή μέσα μου ανοίγοντας

φαιά κι άσπρα πουλιά

ανέβηκαν κι ένιωσα

για σένα τα δάκρυα

το φριχτό και το υπέροχο

η ομορφιά



και κρούοντας ο πυρρίχιος

να λες άκουσα Εσύ

και παρθενοβίωτα

αστέρων λόγια

αιωρούμενη γνώρισα

ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ!










ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ
Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη
διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει κα-
θημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που
κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που
εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει
σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω

που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά
συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπά-
νας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που
ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρή-
γορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον
άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη,
όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά
ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες
φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε
κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δα-
δί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολε-
το, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολ-
λές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαι-
μό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε
ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και
πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού
ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν
κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του, στην ίδια
πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέ-
ρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμω-
ναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους - ίσως και που
ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες,
μ' άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα
να 'ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει
σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που
συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλ-
λαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να
που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη
πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι.
Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ' όλες τις
γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά πα-

λιών, που 'χαν λευκάνει απ' τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλα-
στοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του '97 ή του '12,
μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ' τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελά-
τες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και
Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχών-
τας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριά-
ζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές
τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος
του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επρο-
χωρούσαμε ίσια πάνου σ' αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε
Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη,
όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά,
ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές
και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλού-
σιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα
πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να
διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγο-
ρο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώ-
ρα ν' απαντούμε απ' τ' άλλο μέρος να' ρχονται οι αργές οι συνοδείες
με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκό-
μοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις
παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν
ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας
ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχα-
με ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυ-
τές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου»,
«οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα,
ίδιο ροχαλητό, που 'λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θα-
νάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πια-
σμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περί-
πολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες
κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιο-

φύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα
στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν
μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτο-
βολίδες.






β'
Νέος πολύ και γνώρισα *

Όχι του δάσους μία στιγμή *

Μόνο του σκύλου που αλυχτά *

Των χαμηλών σπιτιών καπνοί *

Η ανομολόγητη ματιά *



Όχι που αργούν στον άνεμο *

Πέφτει η γαλήνη σαν βροχή *

Μόνο του ζώου που σπαρταρά *

Της Παναγίας δύο φορές *

Στην πεδιάδα της ταφής *



Μόνο της θύρας χτύπημα *

Μήτε σημάδι καν χεριού *

Χρόνους πολλούς κι αν καρτερώ *

Στων αδερφών τη μοιρασιά *

Η πετροκόλλητη σαγή *
των εκατό χρονώ φωνές

στα στέρνα ο πεύκινος τριγμός

στα βουνά τ' ανδροβάδιστα

και κείνων που ψυχορραγούν

του κόσμου του άλλου η ταραχή



των πελαργών μικρές κρωξιές

και γρούζουν τα κηπευτικά

τα πνιχτά κι ασυλλάβιστα

ο μαύρος γύρος των ματιών

και στην ποδιά των γυναικών



κι όταν ανοίξεις πια κανείς

στη λίγη πάχνη των μαλλιών

γαληνεμό δεν έλαβα

μου δόθη ο κλήρος ο λειψός

και το ζακόνι των φιδιών.


Γ'
Τον πλούτο δεν έδωκες ποτέ σ' εμένα
τον ολοένα ερημούμενο από τις φυλές των Ηπείρων

και απ' αυτές πάλι αλαζονικά, ολοένα, δοξαζόμενο!
Έλαβε τον Βότρυ ο Βορράς

και τον Στάχυ ο Νότος
τη φορά του ανέμου εξαγοράζοντας

και των δέντρων τον κάματο δύο και τρεις φορές
ανόσια εξαργυρώνοντας.

Άλλο εγώ
πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα

και πάρεξ
τη σταγόνα του νερού στ' άκοπα γένια μου δεν ένιωσα

μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας
αιώνες κι αιώνες.

Εκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.

Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα
όπως ο ασκητής το Θεό του.

Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι
και στα κρυφά μού αντικαταστήσανε

την παρθένα του βλέμματος.
Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή

και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.
Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε

και στερνά την πέτρα μου αφήσανε
τρομερή ζωγραφιά μου.

Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν
με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.

Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός τόσο βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ' την όψη μου:



ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ!





Δ'



Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα
πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι

στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!
Πήραν άλλοι τη Γνώση και άλλοι την Ισχύ

το σκοτάδι με κόπο χαράζοντας
και μικρές προσωπίδες, τη χαρά και τη θλίψη

στη φθαρμένη την όψη αρμόζοντας.
Μόνος, όχι εγώ, προσωπίδες δεν άρμοσα

τη χαρά και τη θλίψη πίσω μου έριξα
γενναιόδωρα πίσω μου έριξα

την Ισχύ και τη Γνώση.
Τις ήμερες μου άθροισα κι έμεινα μόνος.

Είπαν άλλοι: γιατί; κι αυτός να κατοικήσει
το σπίτι με τις γλάστρες και τη λευκή μνηστή.

Άλογα τα πυρρά και τα μαύρα μού άναψαν
γινάτι γι' άλλες, πιο λευκές Ελένες!

Γι' άλλη, πιο μυστικήν αντρεία λαχτάρησα
κι από κει που με μπόδισαν, ο αόρατος, κάλπασα

στους αγρούς τις βροχές να γυρίσω
και το αίμα πίσω να πάρω των νεκρών μου των άθαφτων!

Είπαν άλλοι: γιατί; κι εκείνος να γνωρίσει
κι εκείνος τη ζωή μέσα στα μάτια του άλλου.

Άλλου μάτια δεν είδα, δεν αντίκρισα
παρά δάκρυα μέσα στο Κενό που αγκάλιαζα

παρά μπόρες μέσα στη γαλήνη που άντεχα.
Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα

και τα όπλα ζώστηκα και μόνος βγήκα
στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!




γ΄

Μόνος κυβέρνησα *

Μόνος αποίκησα *

Μόνος εκόλπωσα *

Επάνω στον αγρό *

Τάισα τα λουλούδια κίτρινο *

Επυροβόλησα την ερημιά *

Είπα: δε θα 'ναι η μαχαιριά *

Και είπα: δε θα 'ναι το Άδικο *

Το χέρι των σεισμών *

Το χέρι των έχτρων *

Μου, εφρένιασαν εχάλασαν *

Μία και δύο *

Προδόθηκα κι απόμεινα *

Πάρθηκα και πατήθηκα *

Το μήνυμα που σήκωνα *



Μόνος απέλπισα *

Μόνος εδάγκωσα *

Μόνος εκίνησα *

Ταξίδι σαν της σάλ *

Ήταν στη δύναμή μου η Νέμεση *

Να προχωρήσω με τον κορνιαχτό *

Είπα: με μόνο το σπαθί *

Και είπα: με μόνο το Άσπιλο *

Στο πείσμα των σεισμών *

Στο πείσμα των εχτρών *

Μου, ανάντισα κρατήθηκα *

Μία και δύο *

Θεμελίωσα τα σπίτια μου *

Πήρα και στεφανώθηκα *

Το στάρι που ευαγγέλισα *
τη θλίψη μου

τον εγκαταλειμμένο Μάιο

τις ευωδιές

με τις αλκυονίδες

βαυκάλισα τους λόφους

με κόκκινο!

βαθύτερη από την κραυγή

τιμιότερο απ' το αίμα!

το χέρι των λιμών

το χέρι των δικών

ερήμαξαν αφάνισαν

και τρεις φορές

στον κάμπο μόνος

σαν κάστρο μόνος

τ' άντεξα μόνος!



το θάνατο

μες στον Καιρό με δόντια πέτρινα

για το μακρύ

πιγγας μες στους αιθέρες!

το ατσάλι κι η ατιμία

και τ' άρματα

του κρύου νερού θα παραβγώ

τον νου μου θα χτυπήσω!

στο πείσμα των λιμών

στο πείσμα των δικών

ψυχώθηκα κραταιώθηκα

και τρεις φορές

στη μνήμη μόνος

την άλω μόνος

το 'δρεψα μόνος!


ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΟΙ ΗΜΙΟΝΗΓΟΙ
Τις ημέρες εκείνες έφτασαν επιτέλους υστέρα από τρεις σωστές
εβδομάδες οι πρώτοι στα μέρη μας ημιονηγοί. Και έλεγαν πολλά για
τις πολιτείες που διάβηκαν, Δέλβινο, Άγιοι Σαράντα, Κορυτσά. Και
ξεφόρτωναν τη ρέγγα και το χαλβά κοιτάζοντας να ξετελέψουν μια
ώρα αρχύτερα και να φύγουνε. Ότι δεν ήταν συνηθισμένοι και τους
ετρόμαζε το βρόντισμα στα βουνά και το μαύρο γένι στη φαγωμένη
την όψη μας.

Και συνέβηκε τότες ένας απ' αυτούς να 'χει μαζί του κάτι παλιές
εφημερίδες. Και διαβάζαμε όλοι απορημένοι, μόλο που το 'χαμε κιό-
λας ακουστά, πως επανηγύριζαν στην πρωτεύουσα και πως ο κόσμος
εσήκωνε, λέει, ψηλά στα χέρια τους φαντάρους που γυρίζανε με
άδειες από τα γραφεία της Πρέβεζας και της Άρτας. Και σημαίνανε
όλη μέρα οι καμπάνες, και το βράδυ στα θέατρα λέγανε τραγούδια και
παριστάνανε στη σκηνή τη ζωή μας για να χειροκροτά ο κοσμάκης.

Βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσό μας, επειδή κι η ψυχή μας είχε μή-
νες τώρα μέσα στις ερημιές αγριέψει, και, χωρίς να το λέμε, πολύ λο-
γαριάζαμε τα χρόνια μας. Μάλιστα μια στιγμή δάκρυσε ο λοχίας ο
Ζώης κι έκανε πέρα τα χαρτιά με τις είδησες του κόσμου, ανοίγοντας
τα πέντε δάχτυλα καταπάνω τους. Και οι άλλοι εμείς δε λέγαμε τίπο-
τε, μονάχα με τα μάτια τού δείχναμε κάτι σαν ευγνωμοσύνη.

Τότε ο Λευτέρης, που τύλιγε παρέκει τσιγάρο, καρτερικά, σαν να
'χε πάρει απάνω του την ανημπόρια ολάκερης της Οικουμένης, γύρι-
σε και «Λοχία» είπε «τι βαρυγκομάς; Αυτοί που 'ναι ταγμένοι για τη
ρέγγα και το χαλβά, σ' αυτά πάντοτε θα ξαναγυρίζουν. Και οι άλλοι
στα δεφτέρια τους που δεν έχουνε τελειωμό, και οι άλλοι στα κρεβά-
τια τους τα μαλακά που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν. Αλλά κάτεχε
ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα 'χει μεθαύριο
μερτικό δικό του στον ήλιο». Και ο Ζώης: «Τι λοιπόν, θαρρείς ότι
δεν έχω κι εγώ γυναίκα και χωράφια και βάσανα της καρδιάς, που κά-
θομαι και φυλάγω δωνά στις εξορίες;» Του αποκρίθηκε ο Λευτέρης:
«Αυτά που δεν αγαπά κανείς, αυτά, λοχία μου, να φοβάται, τι τα 'χει
από τα πριν χαμένα, κι ας τα σφίγγει όσο θέλει απάνω του. Αλλά τα
πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν, έννοια σου, και
γι' αυτά οι εξορίες δουλεύουν. Αργά - γρήγορα κείνοι που είναι ναν
τα 'βρουν, θαν τα 'βρουν». Πάλι ρώτησε ο λοχίας ο Ζώης: «Και ποιος
λες τάχα του λόγου σου ότι θαν τα 'βρει;» Τότε ο Λευτέρης, αργά, δεί-
χνοντας με το δάχτυλο: «Εσύ κι εγώ κι ό,τι άλλο δείξει, αδερφέ μου,
η ώρα ετούτη που μας ακούει».

Και ευθύς ακούστηκε στον αέρα η σκοτεινή σφυριγματιά της οβί-
δας που έφτανε. Και πέσαμε όλοι καταγής μπρούμυτα, πάνω στις σκάρ-
πες, ότι γνωρίζαμε απόξω πια τα σημάδια του Αόρατου, και με τ' αυτί

μας ορίζαμε από πριν το μέρος όπου θα 'σμιγε η φωτιά το χώμα ν' ανοί-
ξει και να χυθεί. Και δεν επείραξε η φωτιά κανέναν. Κάτι μουλάρια
μονάχα σηκώθηκαν στα πισινά τους ποδάρια και άλλα ταράχτηκαν και
σκόρπισαν. Και μέσα στην κάπνα που κατακάθιζε θωρούσες να τρέ-
χουνε πίσω τους χειρονομώντας οι άνθρωποι που τα 'χανε φέρει με κό-
πους ίσαμε κει. Και τα πρόσωπα τους χλωμά, και ξεφόρτωναν τη ρέγ-
γα και το χαλβά κοιτάζοντας να ξετελέψουν μια ώρα αρχύτερα και να
φύγουνε, ότι δεν ήτανε μαθημένοι και τους ετρόμαζε το βρόντισμα στα
βουνά και το μαύρο γένι στη φαγωμένη την όψη μας.








δ'
Ένα το χελιδόνι *

Για να γυρίσει ο ήλιος *

Θέλει νεκροί χιλιάδες *

Θέλει κι οι ζωντανοί *



Θε μου Πρωτομάστορα *

Θε μου Πρωτομάστορα *



Πάρθηκεν από Μάγους *

Το' χουνε θάψει σ' ένα *

Σ' ένα βαθύ πηγάδι *

Μύρισε το σκότα *



Θε μου Πρωτομάστορα *

Θε μου Πρωτομάστορα *



Σάλεψε σαν το σπέρμα *

Το φοβερό της μνήμης *

Κι όπως δαγκώνει αράχνη *

Έλαμψαν οι γιαλοί *



Θε μου Πρωτομάστορα *

Θε μου Πρωτομάστορα *
κι η Άνοιξη ακριβή

θέλει δουλειά πολλή

να 'ναι στους Τροχούς

να δίνουν το αίμα τους.



μ' έχτισες μέσα στα βουνά

μ' έκλεισες μες στη θάλασσα!



το σώμα του Μαγιού

μνήμα του πελάγου

το 'χουνε κλειστό

δι κι όλη η Άβυσσο.



μέσα στις πασχαλιές και Συ

μύρισες την Ανάσταση!



σε μήτρα σκοτεινή

έντομο μες στη γη

δάγκωσε το φως

κι όλο το πέλαγος.



μ' έζωσες τις ακρογιαλιές
στα βουνά με θεμέλιωσες!






Ε'
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους

και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.

Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός

κι απ' τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.

Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιες, ποιών, πόσων οι στρατιές;

Τ' ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.

Εσύ μόνη απ' τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ' την κόψη της πέτρας μιλάς

Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις

πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!

Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.

Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά

και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει

άκαυτη βάτος!

ς'

Ο ποιητής των νεφών και των κυμάτων κοιμάται μέσα μου!
Στη θηλή της θύελλας τα σκοτεινά του χείλη

και η ψυχή του πάντοτε με της θαλάσσης το λάχτισμα
πάνω στα πόδια του όρους!

Ξεριζώνει δρυς και δριμύς κατεβαίνει ο θρηίκιος.
Μικρά καράβια στου κάβου το γύρισμα

ξάφνου μπατάρουν και χάνονται.
Και πάλι προβαίνουν ψηλά μες στα νέφη

απ' την άλλη μεριά του βυθού.
Στις άγκυρες έχουν κολλήσει τα φύκια

στα γένια θλιμμένων αγίων.
Ωραίες αχτίδες γύρω στην όψη

την άλω του πόντου δονούν.
Νηστικοί κατά κει τ' άδεια μάτια γυρίζουν οί γέροντες

Κι οι γυναίκες τη μαύρη σκιά τους επάνω
στον άχραντο ασβέστη φορούν.

Μαζί τους εγώ, το χέρι κινώ
Ποιητής των νεφών και των κυμάτων!

Στον σεμνό τενεκέ με το χρώμα βουτώ
τα πινέλα μαζί τους και βάφω:

Τα καινούρια σκαριά
τα χρυσά και τα μαύρα εικονίσματα!

Βοηθός και σκέπη μας αϊ-Κανάρη!
Βοηθός και σκέπη μας αϊ-Μιαούλη!

Βοηθός και σκέπη μας άγια-Μαντώ!



Ζ'

Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.

Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν

τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών

την πάσα Υποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.

Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν' αρχινίσει παιχνίδι·

ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν

στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις

ξύλα και άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα

στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.

Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε·
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

Έφτασαν
ντυμένοι «φίλοι»

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.

Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.

Στ' ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.



Η'

Ήρθαν
με τα χρυσά σιρίτια

τα πετεινά του Βορρά και της Ανατολής τα θηρία!
Και τη σάρκα μου στα δύο μοιράζοντας

και στερνά στο συκώτι μου επάνω ερίζοντας
έφυγαν.

«Γι' αυτούς» είπαν «ο καπνός της θυσίας
και για μας της φήμης ο καπνός

αμήν.»
Και την ηχώ σταλμένη από τα περασμένα

όλοι ακούσαμε και γνωρίσαμε.
Την ηχώ γνωρίσαμε και ξανά

με στεγνή φωνή τραγουδήσαμε:
Για μας, για μας το ματωμένο σίδερο

κι η τριπλά εργασμένη προδοσία.
Για μας η αυγή στο χάλκωμα

και τα δόντια τα σφιγμένα ως την ώρα την ύστερη
ο δόλος και τ' αόρατο γάγγαμο.

Για μας το σύρσιμο στη γης
ο κρυφός όρκος μες στα σκοτεινά

των ματιών η απονιά
κι η ποτέ καμιά, καμιά ποτέ Ανταπόδοση.

Αδελφοί μας εγέλασαν!
«Γι' αυτούς» είπαν «ο καπνός της θυσίας

και για μας της φήμης ο καπνός
αμήν.»

Αλλά συ μες στο χέρι μας το λύχνο του άστρου
με το λόγο σου άναψες, του αθώου στόμα

θύρα της Παράδεισος!
Την ισχύ του καπνού στο μέλλον βλέπουμε

της πνοής σου παίγνιο
και το κράτος και τη βασιλεία του!




ε'
Με το λύχνο του άστρου *

Στο αγιάζι των λειμώνων *

Που να βρω την ψυχή μου *

Λυπημένες μυρσίνες *

Μου ράντισαν την όψη *

Που να βρω την ψυχή μου *

Οδηγέ των ακτινών *

Αγύρτη που γνωρίζεις *

Που να βρω την ψυχή μου *

Τα κορίτσια μου πένθος *

Τ' αγόρια μου τουφέκια *

Που να βρω την ψυχή μου *

Εκατόγχειρες νύχτες *

Τα

vagos 4ever

Αριθμός μηνυμάτων : 286
Ημερομηνία εγγραφής : 22/02/2011
Ηλικία : 19
Τόπος : Χολαργος

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  joanna Την / Το Παρ Φεβ 25, 2011 7:52 pm

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]
avatar
joanna

Αριθμός μηνυμάτων : 920
Ημερομηνία εγγραφής : 29/10/2010
Ηλικία : 19
Τόπος : χολαργος

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  konstantinosballach Την / Το Παρ Φεβ 25, 2011 8:59 pm

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]
avatar
konstantinosballach

Αριθμός μηνυμάτων : 802
Ημερομηνία εγγραφής : 29/10/2010
Τόπος : ΧΟΛΑΡΓΟΣ

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Δημοσίευση  konstantinosballach Την / Το Παρ Φεβ 25, 2011 9:00 pm

[Πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι και συνδεδεμένοι για να δείτε αυτόν το σύνδεσμο.]
avatar
konstantinosballach

Αριθμός μηνυμάτων : 802
Ημερομηνία εγγραφής : 29/10/2010
Τόπος : ΧΟΛΑΡΓΟΣ

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης